allantoidean


allantoidean

Useful english dictionary. 2012.

Look at other dictionaries:

  • allantoidean — al·lan·toi·de·an (al″ən toiґde ən) 1. pertaining to the allantois. 2. any animal with an allantois during its embryonic development; in the plural, amniotes is the more usual term …   Medical dictionary

  • allantoidean — al·lan·toi·de·an …   English syllables

  • αλλαντοϊκός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αλλαντοΐδα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλλαντοΐς ( ίδα), πρβλ. αγγλ. allantoic, βλ. και λ. αλλαντοΐς, ίδα < αλλαντοΐς ( ίδα), πρβλ. αγγλ. allantoidean] …   Dictionary of Greek

  • allantoidian — adjective see allantoidean I …   Useful english dictionary